γογγυστής

γογγυστής
murmurer
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γογγυστής — ο (AM γογγυστής) [γογγύζω] παραπονιάρης, μεμψίμοιρος …   Dictionary of Greek

  • γογγυσταῖς — γογγυστής murmurer masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γογγυσταί — γογγυστής murmurer masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γογγυστήν — γογγυστής murmurer masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γογγυστῶν — γογγυστής murmurer masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόγγυσος — γόγγυσος, ο (Μ) ο γογγυστής. [ΕΤΥΜΟΛ. < γογγύζω + (επίθημα) σος που απαντά σε λέξεις καθημερινής ομιλίας (πρβλ. μέθυσος, κραύγασος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.